Καλα Νεα

14 Σεπτεμβρίου 2008

Know

Know=γνωρίζω, ξέρω, κατέχω

Εκ του ελληνικου..

νοώ [noó] -ούμαι (συνήθ. παθ., στο γ' πρόσ.) : .γίνεται νοητό, μπορεί κανείς να καταλάβει


1 σχόλια:

Unknown είπε...

Μιλάμε για μεγάλο μαλάαααααααααααακα